experiential learning

experiential learning

Γράφει η Αγγελική Πλουμά

Για τον Φάνη, τον αγαπημένο φίλο και συνεργάτη. Νυν και αεί.

Η προσωπική μου σχέση με την βιωματική εκπαίδευση ξεκίνησε με μία ερώτηση… Μεγαλωμένη κι αναθρεμμένη στη λογική της εκπαίδευσης που βασίζεται στη διάλεξη ή, το πολύ πολύ, στην ομιλία με ρητορικές ερωτήσεις, με ερωτήσεις, δηλαδή, που γίνονται μόνο και μόνο για να δοθούν προσχεδιασμένες απαντήσεις, πολλές φορές αναρωτήθηκα: «Εγώ τα λέω, αυτοί με ακούν; Κι αν ναι, τι ακριβώς ακούν και πώς το χρησιμοποιούν» ;

Αρχές της δεκαετίας του 2000 δίδασκα σε ένα κολλέγιο που στεγαζόταν κοντά στην πλατεία Ομονοίας. Μαθητές μου ήταν ενήλικοι–παιδιά, άνθρωποι, δηλαδή, μεταξύ 19-25, οι οποίοι βρίσκονται σε εκείνη την ηλικία-μεταίχμιο, όπου ούτε οι ίδιοι δεν έχουν αποφασίσει τι είναι και, έτσι, παλινδρομούν ανάμεσα σε παιδιάστικα καμώματα και μεγαλίστικη σοβαρότητα. Δίδασκα «Marketing και Πωλήσεις» και εκείνη τη μέρα παρέλαβα μια τάξη από την προηγούμενη διάλεξη με μπόλικα χασμουρητά και απροθυμία. Τότε μου ήρθε μια ιδέα: «Λοιπόν, τους είπα, σήμερα δεν έχει μάθημα στην τάξη». Πίστεψαν ότι θα τους άφηνα ελεύθερους, αλλά η χαρά τους δεν κράτησε πολύ. «Σήμερα έχει ένα διαφορετικό μάθημα που απαιτεί αυτοπειθαρχία από εσάς αλλά και λίγη παιχνιδιάρικη διάθεση». Η φλογίτσα στα μάτια ξανάναψε…

«Θα βγείτε στον δρόμο. Θα μπείτε σε όσα μαγαζιά της πλατείας μπορέσετε, θα κάνετε τον ’πελάτη‘ και θα καταγράψετε στο μυαλό σας τις συμπεριφορές των πωλητών. Γυρίζοντας θα καταλήξουμε στο top 10, στα top 5 χαρακτηριστικά του καλού πωλητή και στα top 5 του κακού πωλητή».

Ήταν ένα πείραμα με ρίσκο που δεν ήξερα αν θα πετύχαινε. Κανονικά δεν έπρεπε να βγουν από τις εγκαταστάσεις του κολλεγίου, αλλά δεν ήθελα να τους πάρω και στο κατόπι, ήθελα να τους δείξω εμπιστοσύνη-και φοβόμουν. Φοβόμουν γιατί έκανα κάτι έξω από τη ζώνη ασφάλειας, τη δική μου, του εργοδότη, των συναδέρφων και των διαφόρων εξωτερικών ελέγχων. Αλλά είχα μια διαβολεμένη εσωτερική σιγουριά. Πως έτσι μαθαίνονται τα πράγματα, στην πιάτσα, και αποφάσισα, αυτή τη φορά, να την ακούσω.

Γύρισαν περίπου στην ώρα τους και δεν ασχολήθηκαν με το να κάνουν διάλειμμα. Ήταν ξαναμμένοι και χαρούμενοι. Τους χώρισα σε μικρές παρέες, τους ζήτησα να κάνουν την προεργασία, ώστε να καταλήξουμε στη τελική δεκάδα των do`s and don`t s του πωλητή μέσα από ένα μικρό debate. Η αξιολόγηση όλου του εγχειρήματος καταγράφεται χαρακτηριστικά στα λόγια ενός μαθητή μου την ώρα που αποχωρούσε: «Καλά, κυρία, αυτό τώρα μάθημα ήταν; Ούτε που καταλάβαμε πως πέρασε η ώρα». Γέλασα: «Όχι δεν ήταν ακριβώς μάθημα. Ήταν απόκτηση μαθησιακής εμπειρίας».

Σταδιακά λοιπόν άρχισα να γοητεύομαι από αυτό που στη συνέχεια θα μάθαινα ότι λέγεται «βιωματική εκπαίδευση» Το πώς δηλαδή μαθαίνεις μέσα από την εμπειρία, ξεζουμίζοντας κι όχι γενικεύοντάς την. Κι αυτό δεν αφορά μόνο τους συμμετέχοντες αλλά και τους συντονιστές. Κατά την άποψη μου, οφείλει να αφορά και τους συντονιστές.

Την ίδια περίοδο, αρχές του 2000, κληθήκαμε μαζί με έναν αγαπημένο συνεργάτη από μια πολυεθνική καταναλωτικών προϊόντων να κάνουμε ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα που θα βοηθούσε μία νεοσύστατη ομάδα πωλήσεων μαζί με τον Γενικό Διευθυντή, να συνεννοηθεί, να συμφωνήσει στόχους και να πετύχει αποτελέσματα, αυτό που στη συνέχεια θα γινόταν στην ελληνική επικράτεια ευρύτερα γνωστό ως team building. Το πρόγραμμα θα γινόταν σε εξωτερικό χώρο, εκτός εταιρίας και με διανυκτέρευση. Ήθελαν ένα διαφορετικό πρόγραμμα και η βιωματική προσέγγιση φαίνεται να ταίριαζε.

Τις πρώτες ώρες της εκπαίδευσης έβλεπες πως, παρότι φορούσαν άνετα, αθλητικά ρούχα, όπως τους είχαμε πει, «τα στελέχη» έμοιαζαν, μιλούσαν και κινούταν σαν να φορούσαν κουστούμι. Σιγά σιγά με τις ασκήσεις γνωριμίας, τα παιχνίδια που απαιτούσαν κίνηση, τα γέλια, τις «παιδικές ζωγραφιές», τον χώρο που δημιουργήθηκε για να υπάρξει ο καθένας στην ατομικότητά του πριν τη συμμετοχή στην ομάδα, η ατμόσφαιρα άλλαξε. Οι φανταστικές γραβάτες λύθηκαν, τα ακριβά σκαρπίνια πετάχτηκαν στην άκρη, χαμόγελα αλλά και συγκίνηση απλώθηκαν σαν αόρατες κλωστές και έδεσαν τα μέλη της ομάδας.

Στο τέλος της πρώτης μέρας είχαμε προγραμματίσει μια «άσκηση ηγεσίας» όπου ένα μέλος της ομάδας έπρεπε να βρει τρόπους να οδηγήσει τους άλλους οι οποίοι είχαν κλειστά τα μάτια τους σε μιαν άγνωστη και δύσβατη διαδρομή. Ήταν χειμώνας, ήμασταν σε βουνό, την προηγούμενη μέρα είχε χιονίσει και το χιόνι είχε παγώσει. Συζητήσαμε επί μακρόν με τον συνεργάτη μου το θέμα της ασφάλειας, που για μένα είναι κομβικό σε αυτού του είδους τις εκπαιδεύσεις, και ξεκινήσαμε. Μέσα από μια τυχαία επιλογή-παιχνίδι «το χρίσμα» δόθηκε στον υπεύθυνο πωλήσεων της βόρειας Ελλάδας. Του τέθηκε, όπως επιτάσσει η δεοντολογία της διαδικασίας, το ερώτημα αν θα ήθελε ή όχι να αναλάβει την ηγεσία του εγχειρήματος και δέχτηκε. Θα ήταν ο μόνος με ανοιχτά μάτια και τη διαδρομή θα του την δείχναμε επί τόπου. Του δώσαμε λίγο χρόνο στην αρχή για να συνεννοηθεί με την «τυφλή» ομάδα του για τον τρόπο οργάνωσης, τον τρόπο επικοινωνίας και να τους εμψυχώσει σε αυτό το όχι και τόσο «βατό» εγχείρημα. Θα είχε τη δυνατότητα να σταματήσει όποια στιγμή, σε όποιο μέρος ήθελε «την ομάδα του» και να τους ζητήσει να σταματήσουν «την τυφλόμυγα», να βγάλουν τα μαντήλια και να ανοίξουν τα μάτια.

Ο, ας τον πούμε, Νεκτάριος δούλεψε με τρόπο υποδειγματικό. Τους παρακίνησε σαν να ήταν η οικογένειά του, τους διαβεβαίωσε ότι εκείνος προσωπικά έδινε εγγύηση για την ασφάλειά τους, τους μίλησε για στόχους και αποφάσισαν μαζί ότι το ζητούμενο ήταν να ολοκληρώσουν όλοι την διαδρομή, έστω και πιο αργά, και όχι μόνο οι πιο γρήγοροι. Μέσα από μικρές ανηφοριές και κατηφοριές, με τον έναν να κρατά γερά το χέρι του άλλου σε ανθρώπινη αλυσίδα, με τους πιο φοβισμένους στη μέση και τους πιο σίγουρους στην αρχή και στο τέλος, το εγχείρημα σύντομα ολοκληρώθηκε. Του κάναμε σήμα ότι από δω και πέρα ήταν δική του η απόφαση για το πού και πότε θα τους σταματήσει. Εκείνος συνέχισε λίγο ακόμα, εκπλήσσοντας ακόμα κι εμάς τους συντονιστές. Τους οδήγησε σε μια μικρή κορυφή όπου υπήρχαν ξεχασμένες παλιές ράγες από τραίνο. Τους έβαλε στη σειρά και τους ζήτησε με το 1, 2, 3 να βγάλουν τα μαντήλια. Μόλις το έκαναν, αντίκρισαν γύρω τους ένα υπέροχο, καινούργιο, λευκό τοπίο. Και τώρα τρεχάτε», τους είπε γελώντας, «γιατί όπου να ΄ναι περνάει το τραίνο».

Το καλύτερο δεν είχε έρθει ακόμα. Ξεκινήσαμε να κατηφορίζουμε τον λόφο, όταν πετάχτηκε κάποιος από την ομάδα. «Σταθείτε», είπε, «Έχω να προτείνω κάτι. Να πούμε ’ευχαριστώ’ στον Νεκτάριο με τον ίδιο τρόπο». Για πότε οργανώθηκαν, «πότε τα είπανε, πότε τα συμφωνήσανε» -που λέει κι ο Σταυρίδης σε κείνη την παλιά ταινία- ούτε που προλάβαμε να πάρουμε χαμπάρι.

Του έκλεισαν τα μάτια με ένα μαντήλι κι όλη η ομάδα γύρω του, ασπίδα, κλοιός, συνοδοιπόροι και οδηγοί αποφάσισαν να βοηθήσουν τον Νεκτάριο να κατέβει την ίδια διαδρομή με κλειστά μάτια, ασφαλής και προστατευμένος.

Οι άλλοι, «δεκατέσσερα ζευγάρια» μάτια, όπως έλεγαν χαριτολογώντας, πρόσεχαν τον Νεκτάριο ,καθώς κατέβαινε τον λόφο. Του μιλούσαν, του έκαναν πλάκα, έβγαζαν πέτρες από τη διαδρομή του, τον εμψύχωναν. Όταν τέλειωσε η διαδρομή, χωρίς καμιά παραίνεση, πιάστηκαν σε κύκλο και άρχισαν να χειροκροτούν. Τους εαυτούς τους, τη φύση, τη διαδικασία, όλα…

Τους έβλεπα όπως μαζευόμασταν για να «ξεζουμίσουμε» την εμπειρία, να δούμε τι μάθαμε και πώς μπορούσαν να το εφαρμόσουν στη δουλειά τους. Τους παρακολουθούσα με τον συνεργάτη μου συγκινημένη και περήφανη γι’ αυτούς και την υπέροχη δουλειά που είχαν κάνει.

Σκεφτόμουν πως θα ήταν αν ήμασταν μέσα σε μια τάξη και μόνο μιλούσαμε για τις ομάδες και το πώς «χτίζονται». Έβλεπα τα αυθόρμητα χτυπήματα στην πλάτη, άκουγα τα «μπράβο» και ένοιωθα ότι αυτό που γινόταν εκείνη τη στιγμή ήταν «το χτίσιμο» της ομάδας. Η εμπιστοσύνη, ο κοινός δρόμος με τις δυσκολίες, η υποστήριξη, η αναγνώριση του ρόλου του καθένα και η εναλλαγή των ρόλων, ο συμφωνημένος στόχος, η πρωτοβουλία, όλα ήταν ομάδα. Το συναίσθημα και η λογική, η σχέση και ο στόχος, όλα τα κομμάτια ήταν εκεί. Καθίσαμε σε κύκλο για να συναρμολογήσουμε το παζλ.

Μίλησε πρώτος ο Νεκτάριος: «Την ερωτεύτηκα την βιωματική εκπαίδευση» είπε στην ομάδα. «Τι σύμπτωση, κι εγώ» του απάντησα.