Resilience - Challenges ahead | 4 people matters

Resilience – Challenges ahead | 4 people matters

Σε συνέχεια του άρθρου μας σχετικά με τη Ψυχική Ανθεκτικότητα στον σύνδεσμο εδώ και το debate που υπήρχε για το αν η Ψυχική Ανθεκτικότητα είναι ένα χάρισμα εκ γενετής ή μια δυναμική διαδικασία …

Με τον όρο Ψυχική Ανθεκτικότητα ορίζουμε την ικανότητα του ατόμου να ξεπερνά τις αντιξοότητες, τις στρεσογόνες καταστάσεις, τις κρίσεις και να συνεχίζει με την εξέλιξή του.

Οι πιο ανθεκτικοί άνθρωποι μπορούν να αντέξουν και να προσαρμοστούν σε αντίξοες συνθήκες χωρίς μεγάλες δυσκολίες, ενώ οι λιγότερο ανθεκτικοί δυσκολεύονται περισσότερο να αντιμετωπίσουν το άγχος και τις αλλαγές στη ζωή.

Ψυχική Ανθεκτικότητα – Χάρισμα εκ γενετής ή μια δυναμική διαδικασία

Στα πρώτα κύματα της έρευνας για την Ψυχική Ανθεκτικότητα, οι ερευνητές θεωρούσαν και ονόμαζαν τους ανθρώπους που ξεπέρναγαν τις δυσκολίες τους ως ‘σκληρούς’, ‘ανίκητους’ και ‘άτρωτους’. (Werner & Smith, 1982). Όμως, οι ταμπέλες που δίνονταν στους ανθρώπους υπονοούσαν ότι οι άνθρωποι αυτοί κατείχαν σπάνιες και θαυμαστές ιδιότητες οι οποίες τους επέτρεπαν να ξεπεράσουν κάθε δυσκολία που εμφανίζονταν στο δρόμο τους. Παρουσίαζαν αυτούς τους ανθρώπους σαν να ήταν οι τυχεροί, σαν να ήταν αυτοί που είχαν ένα μαγικό ενεργειακό πεδίο το οποίο τους προστάτευε από κάθε κακό.

Στην πορεία των ερευνών για την Ψυχική Ανθεκτικότητα, οι ερευνητές όλο και περισσότερο άρχισαν να συμφωνούν πως η Ανθεκτικότητα δεν είναι μια φανταστική ποιότητα που έχει κάποιος εκ γενετής,  αλλά μία αναπτυξιακή διαδικασία που ενσωματώνει την κανονιστική τάση των ατόμων να διορθώνουν οι ίδιοι των εαυτό τους. (Ann Masten, 2001).

Ο Norman Garmezy ένα από τους πρωτοπόρους ερευνητές για την Ψυχική Ανθεκτικότητα, ήταν αρνητικός με τη χρήση της λέξης ‘άτρωτος’ για τους ανθρώπους που είναι ψυχικά ανθεκτικοί, γιατί θεωρούσε ότι η συγκεκριμένη ταμπέλα υπονοεί πως οι άνθρωποι οι οποίοι είναι άτρωτοι δεν είναι δυνατόν να πληγωθούν ή να τραυματιστούν. (1993)

Από την άλλη πλευρά, η Ann Masten (2001) αναφερόταν στη διαδικασία της Ανθεκτικότητας σαν ‘κοινή μαγεία’ μόνο και μόνο επειδή οι πλειοψηφία των ατόμων που περνάνε πολύ σοβαρές δυσκολίες, ‘ως δια μαγείας’ καταφέρνουν αναπτυξιακά αποτελέσματα.

Ψυχική Ανθεκτικότητα – Χάρισμα εκ γενετής ή μια δυναμική διαδικασία

Η έρευνα για την Ανθεκτικότητα κατέληξε στο ότι κάθε άνθρωπος έχει μια έμφυτη ικανότητα για Ανθεκτικότητα, μια τάση που λειτουργεί καλύτερα όταν οι άνθρωποι έχουν συνθήκες στη ζωή τους στις οποίες έχουν χτίσει Ανθεκτικότητα.  Η άποψη αυτή στηρίζεται στη θεωρία ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν μία εσωτερική αναπτυξιακή σοφία. (Bonnie Benard, 1995).

Στο βιβλίο της Fostering Resiliency in Children and Teens, η Bonnie Benard (1995) υποστηρίζει ότι:

Γεννιόμαστε όλοι με την έμφυτη ικανότητα για Ανθεκτικότητα, με την οποία είμαστε σε θέση να αναπτύξουμε κοινωνική ικανότητα, να λύνουμε προβλήματα, να έχουμε αυτονομία και μία αίσθηση σκοπού.’

Οι ερευνητές όλο και περισσότερο βλέπουν την Ανθεκτικότητα όχι σαν ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό, αλλά σαν ένα σετ από μεταβλητές διαδικασίες που μπορούν να υιοθετηθούν και να καλλιεργηθούν. (Ann Masten, 2001)

Δίνουν έμφαση στη διαδραστική διαδικασία μεταξύ του ατόμου και του περιβάλλοντος και μεταξύ των επικίνδυνων και  των προστατευτικών παραγόντων – σαν κρίσιμα θεμέλια για να αναπτύξει κάποιος Ανθεκτικότητα.

Μετέπειτα, στη θεωρία των οικολογικών συστημάτων, η οποία διατυπώθηκε από τους Brofenbrenner (1989), Garabino (1995) και Garmezy (1991) εξετάζεται η αλληλεπίδραση μεταξύ των ατόμων και του περιβάλλοντός τους και καθώς και η επακόλουθη επίπτωση που έχει η αλληλεπίδραση αυτή στην ανάπτυξη του ατόμου.

Το τριαδικό μοντέλο του Norman Garmezy (1991) για την Aνθεκτικότητα προσέφερε ένα ευρέως αποδεκτό οικολογικό πλαίσιο για να καταλάβουμε την διαδικασία της ψυχικής ανθεκτικότητας. Το μοντέλο του χρησιμοποιείται από πολλούς που μελετούν την Ανθεκτικότητα. (Gordon & Song, 1994; Morales & Trotman, 2004;)

Το τριαδικό μοντέλο περιγράφει την σχέση μεταξύ των επικίνδυνων και των προστατευτικών παραγόντων σε 3 επίπεδα. (ατομικό, οικογενειακό και περιβαλλοντικό). Δίνει έμφαση στο ότι η Ανθεκτικότητα είναι μία διαδικασία η οποία δίνει δύναμη στο άτομο για να διαμορφώσει το περιβάλλον του και να διαμορφωθεί από αυτό με τη σειρά του.

Παρομοίως, το διαδραστικό οικολογικό-συναλλακτικό μοντέλο ανάπτυξης των Cicchetti and Lynch (1993) τονίζει πως συγκεκριμένα πλαίσια (πχ. κουλτούρα, γειτονιά, οικογένεια) επιδρούν μεταξύ τους σε βάθος χρόνου και διαμορφώνουν την ανάπτυξη και την προσαρμογή. Αυτά τα οικολογικά μοντέλα τονίζουν τη διασταύρωση ποικίλων, διαφορετικών επιρροών στην εξέλιξη και πως οι παράγοντες κινδύνου καθώς και οι προστατευτικοί παράγοντες αλληλεπιδρούν για να αυξήσουν ή να περιορίσουν τη Ψυχική Ανθεκτικότητα ενός ατόμου.

Εφόσον η Ανθεκτικότητα θεωρείται μια δυναμική διαδικασία, αυτό σημαίνει ότι μπορεί να αυξηθεί ή να μειωθεί με τον καιρό ανάλογα με την επαφή του ατόμου με το περιβάλλον του, αλλά και λόγω των παραγόντων κινδύνου ή των προστατευτικών παραγόντων στη ζωή του ανθρώπου. (Borman & Rachuba, 2001; Werner & Smith, 1992).

Μπορεί το άτομο να είναι ανθεκτικό κάποιες φορές και κάποιες άλλες όχι, ανάλογα με τις συνθήκες και τους παράγοντες. (Winfield, 1991).

Η Ann Masten (1994) συνέβαλλε στην ιδέα ότι η Ψυχική Ανθεκτικότητα είναι ένα μοτίβο που σχηματίζεται με την πάροδο του χρόνου και χαρακτηρίζεται από ενδεχόμενη θετική προσαρμογή παρά τον κίνδυνο, τους οξείς στρεσσογόνους παράγοντες ή τις χρόνιες κακουχίες.

Ωθώντας του μελετητές της Ψυχικής Ανθεκτικότητας να κοιτάξουν πέρα από το ατομικό επίπεδο η Karen Seccombe (2002) υποστήριξε ότι:

‘Η ευρέως διαδεδομένη άποψη της Ανθεκτικότητας σαν μία ατομική προδιάθεση, ένα οικογενειακό χαρακτηριστικό ή ένα φαινόμενο της κοινότητας δεν είναι επαρκής … Η Ανθεκτικότητα δεν μπορεί να κατανοηθεί ή να βελτιωθεί με σημαντικούς τρόπους, αν απλά επικεντρωνόμαστε σε αυτούς τους παράγοντες σε επίπεδο ατόμου. Πρέπει να δώσουμε μεγάλη προσοχή στις ελλείψεις στη δομή της κοινωνίας μας και στο να υπάρχουν κοινωνικές πολιτικές ώστε οι οικογένειες να γίνονται πιο δυνατές, πιο ικανές και πιο λειτουργικές σε αντίξοες καταστάσεις.’

Πηγές, με σειρά αναφοράς στο κείμενο

  1. Werner & Smith, 1982 – Vulnerable but not invincible: A longitudinal study of resilient children and youth. New York, NY: R. R. Donnelley and Sons, Inc.
  2. Masten Ann, 2001 – Ordinary magic: Resilience processes in development. American Psychologist, 56, 227-238.
  3. Garmezy Norman, 1993 – Children in poverty: Resilience despite risk. Psychiatry, 56, 127-136.
  4. Benard Bonnie, 1995 – Fostering Resilience in Children. Retrieved February 23, 2008 from http://crahd.phi.org/papers/Fostering.pdf).
  5. Pardon, Waxman & Huang, 1999 – Classroom behavior and learning environment differences between resilient and nonresilient elementary school students. Journal of Education for Student Placed At Risk, 4 (1), 63-81.
  6. Brofenbrenner, 1989 – Ecological systems theory. Annals of Child Development, 6, 187-249.
  7. Garabino, 1995 – Raising children in a socially toxic environment. San Francisco: Jossey-Bass.
  8. Garmezy Norman, 1991 – Resiliency and vulnerability to adverse developmental outcomes associated with poverty. American Behavioral Scientist, 34, 416-430.
  9. Gordon, E.W. & Song, L.D. 1994 – Variations in the experience of resilience. In M.C. Wang & E.W. Gordon (Eds.), Educational resilience in inner-city America: Challenges and prospects (pp 27-43). Hillsdale, NJ: Lawrence Erlbaum Associates.
  10. Morales, E.E. & Trotman, F.K, 2004 – Promoting academic resilience in multicultural America: Factors affecting student success. New York: Peter Lang Publishing.
  11. Cicchetti, D., & Lynch, M, 1993 – An ecological-transactional analysis of children and contexts: The longitudinal interplay among child maltreatment, community violence, and children’s symptomatology. Development and Psychopathology, 10, 235-257.
  12. Borman, G.D., Rachuba, L.T, 2001 – Academic success among poor and minority students: An analysis of competing models of school effects. CRESPAR (Center for Research on the Education of Students Placed At Risk), Report No. 52, Johns Hopkins and Howard Universities, funded by Office of Educational Research and Development.
  13. Werner, E. E., & Smith R. S, 1992 – Overcoming the odds: high risk children from birth to adulthood. Ithaca, NY: Cornell University Press.
  14. Winfield, L.F, 1991 – Resilience, schooling, and development in African-American youth: A conceptual framework. Education and Urban Society, 24, 5-14.
  15. Masten Ann, 1994 – Resilience in individual development: Successful adaptation despite risk and adversity. In M.C. Wang & E.W. Gordon (Eds.), Educational resilience in inner-city America: Challenges and prospects (pp. 3-25). Hillsdale, NY: Lawrence Erlbaum.
  16. Karen Seccombe, 2002 – “Beating the Odds” versus “Changing the Odds”: Poverty, Resilience, and Family Policy, p. 385.